Όταν η ιστορική μνήμη απαιτεί ολόκληρη την αλήθεια.
Η Ιστορία δεν γράφεται για να δικαιώνει εκ των υστέρων βασιλείς και πολιτικούς, στρατηγούς και επαναστάτες, νικητές και ηττημένους. Δεν γράφεται επίσης για να υπηρετεί τις ανάγκες της εκάστοτε συλλογικής μνήμης. Χρέος του ιστορικού ερευνητή είναι να επιστρέφει στις πηγές, να εξετάζει τα τεκμήρια μέσα στις συνθήκες της εποχής τους και όσο αυτό είναι δυνατόν, να αποδίδει «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι».
Η εικόνα αυτή είναι πραγματική. Δεν είναι όμως ολόκληρη.
Πριν από τον εξόριστο πρίγκιπα του Δεκεμβρίου του 1922 υπήρξε ο ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού στη Μικρά Ασία και ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν σε καίριες θέσεις κατά την πλέον κρίσιμη περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Κατά την προέλαση προς τον Σαγγάριο το καλοκαίρι του 1921, το Β’ Σώμα Στρατού υπό τον Ανδρέα επιχειρούσε σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν απομακρυνθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα από τις κύριες βάσεις ανεφοδιασμού τους, οι γραμμές επικοινωνίας είχαν επιμηκυνθεί και η φθορά ανθρώπων και υλικού ήταν σημαντική. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εκδηλώθηκε η σοβαρή διαφωνία του Ανδρέα με την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και τον αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα.
Η ουσία της υπόθεσης δεν πρέπει να απλοποιείται. Ο Ανδρέας θεώρησε συγκεκριμένη διαταγή επιχειρησιακά επικίνδυνη και δεν την εκτέλεσε όπως είχε δοθεί, μετακινώντας τις δυνάμεις του διαφορετικά. Αργότερα υποστήριξε ότι η εφαρμογή της θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην καταστροφή του Σώματός του. Κατά τη δίκη του καταγράφηκαν διαφορετικές εκτιμήσεις για τις διαταγές που είχε λάβει και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής τους. Οι αντιφατικές αυτές μαρτυρίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι μας εμποδίζουν να μετατρέψουμε ένα σύνθετο στρατιωτικό επεισόδιο σε μια εύκολη εκ των υστέρων καταδίκη.
Ο ίδιος ο Ανδρέας επιχείρησε αργότερα να υπερασπιστεί τις επιλογές του στο έργο του Δορύλαιον – Σαγγάριος 1921. Ως πρωτογενής πηγή το έργο είναι πολύτιμο, όχι όμως ουδέτερο. Αποτελεί τη μαρτυρία ενός πρωταγωνιστή που είχε κάθε λόγο να υπερασπιστεί τις στρατιωτικές αποφάσεις και τη μεταγενέστερη υστεροφημία του.
Υπάρχει παράλληλα μια άλλη πτυχή της μικρασιατικής παρουσίας του η οποία δεν πρέπει ούτε να αποσιωπάται ούτε να διογκώνεται πέρα από όσα επιτρέπουν οι πηγές.Στην απομνημονευματική και δημόσια παράδοση της Μικρασιατικής Εκστρατείας το όνομα του πρίγκιπα Ανδρέα συνδέθηκε με το προσωνύμιο «Καψοκαλύβας» ή «Καψοκαλυβίτης», σε συνάρτηση με πυρπολήσεις πολλών μουσουλμανικών οικισμών κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και κυρίως κατά την οπισθοχώρηση.
Αυτό είναι απαραίτητο όχι για να προστατευθεί η υστεροφημία ενός πρίγκιπα, αλλά για να προστατευθεί η ίδια η ιστορική έρευνα.
Ταυτόχρονα, δεν έχουμε κανέναν λόγο να εξωραΐσουμε τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο πόλεμος έφερε βία και καταστροφή και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ανατολίας μετά από τρία χρόνια κατοχής του ελληνικού στρατού. Οι πυρπολήσεις οικισμών, οι εκτοπισμοί και οι βιαιότητες που συνόδευσαν διαφορετικές φάσεις των επιχειρήσεων αποτελούν επίσης μέρος της ιστορίας και πρέπει να ερευνηθούν με την ίδια ακριβώς αυστηρότητα. Η αναγνώριση του πόνου του ενός πληθυσμού δεν απαιτεί την αποσιώπηση του πόνου του άλλου.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα άλλο τεκμήριο για το οποίο δεν χρειάζεται να βασιστούμε σε προσωνύμια ή μεταγενέστερες αφηγήσεις.
Η σημασία του τεκμηρίου είναι ιδιαίτερη ακριβώς επειδή πρόκειται για ιδιωτική επιστολή. Δεν ήταν δημόσιος λόγος προσαρμοσμένος στις πολιτικές ανάγκες της στιγμής. Μας επιτρέπει να αντιληφθούμε μέχρι ποιο σημείο ο Εθνικός Διχασμός είχε διαβρώσει την πολιτική και κοινωνική αντίληψη της εποχής, ώστε Έλληνες να αντιμετωπίζουν άλλους ελληνικούς πληθυσμούς πρωτίστως ως «βενιζελικούς» ή «αντιβενιζελικούς».
Σημαντικός αριθμός Ρωμιών της Μικράς Ασίας είχε ήδη ενταχθεί στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η συμμετοχή αυτή δεν αποτελεί απλή οικογενειακή ή προσφυγική ανάμνηση. Οι ίδιοι οι φορείς της Μικρασιατικής Άμυνας, μεταξύ των οποίων και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, υποστήριζαν τον Μάρτιο του 1922 ότι οι στρατευμένοι Μικρασιάτες ανέρχονταν σε περίπου 35.000, ενώ άλλη σύγχρονη πληροφόρηση αναφερόταν σε περίπου 26.000 καταταγέντες, από τους οποίους περίπου 20.000 εξακολουθούσαν τότε να βρίσκονται υπό τα όπλα. Η απόκλιση των αριθμών επιβάλλει ιστορική επιφύλαξη ως προς το ακριβές μέγεθος, ιδίως όταν οι απόψεις των ιστορικών ερευνητών για τον αριθμό διίστανται, όχι όμως αμφισβήτηση του ίδιου του φαινομένου.
Το κράτος του οποίου υπήρξε υπήκοος; Η ιδιαίτερη γη στην οποία είχαν ζήσει οι πρόγονοί του επί αιώνες; Η ρωμαίικη κοινότητά του; Ή το ελληνικό έθνος με το οποίο αισθανόταν ότι συνδεόταν κυρίως μετά τα τέλη του 19ου αιώνα;
Δεν διαθέτουμε όμως, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, επαρκή πρωτογενή τεκμηρίωση που να μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ως δεδομένο ότι συγκεκριμένοι κατάλογοι εθελοντών της Μητροπόλεως Σμύρνης περιήλθαν προσωπικά στα χέρια του Μουσταφά Κεμάλ ή του Νουρεντίν Πασά. Εκεί ακριβώς ο ιστορικός οφείλει να σταματήσει εκεί όπου σταματά και το τεκμήριο.
Αυτό δεν αναιρεί τη σημασία της ενεργού συμμετοχής Μικρασιατών στο ελληνικό εγχείρημα. Μας βοηθά, αντίθετα, να κατανοήσουμε το δραματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρέθηκαν οι χριστιανικές κοινότητες μετά την Κεμαλική επικράτηση. Άνθρωποι και ομάδες μπορούσαν πλέον να αντιμετωπίζονται από τη νικήτρια πλευρά όχι μόνο ως χριστιανικός πληθυσμός αλλά και ως πρόσωπα που είχαν, πραγματικά ή κατά τεκμήριο, συνδεθεί με την ελληνική στρατιωτική και πολιτική παρουσία.Χρειάζεται απλώς να αναγνωρίσουμε την τραγικότητά της.
Η συσσωρευμένη οργή που είχε προκαλέσει ο πόλεμος και η τρίχρονη ελληνική κατοχή αποτελούσε πλέον έναν ακόμη παράγοντα μέσα σε ένα εξαιρετικά εκρηκτικό περιβάλλον. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να συμβάλει στην ερμηνεία της βίας που ακολούθησε, χωρίς βεβαίως να συνιστά δικαιολόγησή της.
Συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου. Η κατηγορία αφορούσε τη μη εκτέλεση διαταγής ενώπιον του εχθρού και την αυθαίρετη μετακίνηση του Σώματος Στρατού που διοικούσε.
Οι σύγχρονες με τη δίκη ειδησεογραφικές ανταποκρίσεις παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη του συνιστούσε σοβαρή παραβίαση της στρατιωτικής πειθαρχίας, αλλά αναγνώρισε ως ελαφρυντική περίσταση την απειρία του στη διοίκηση ανώτερων στρατιωτικών μονάδων. Η ποινή που τελικά επιβλήθηκε ήταν έκπτωση από τον στρατιωτικό βαθμό και ισόβια υπερορία.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1922 ο Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου Leo Amery δήλωσε επισήμως ότι βρετανικό πολεμικό είχε αποσταλεί στην Ελλάδα κατόπιν εντολής της βρετανικής κυβέρνησης, επειδή θεωρούνταν ότι κινδύνευαν οι ζωές του πρίγκιπα Ανδρέα και της συζύγου του Αλίκης. Το εκτιμώμενο κόστος της επιχείρησης ανερχόταν σε περίπου 1.200 λίρες.
Η εικόνα είναι ασφαλώς δραματική.
Ταυτόχρονα, θα ήταν εξίσου ανιστόρητο να φορτώσουμε σε έναν άνθρωπο ολόκληρη τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η αναζήτηση ενός και μοναδικού «ενόχου» μπορεί να ικανοποιεί την ανάγκη της συλλογικής μνήμης για απλές απαντήσεις.
Ως απόγονος Μικρασιατών προσφύγων δεν μπορώ να διαβάσω τούτη τη φράση του Ανδρέα για τους Έλληνες της Σμύρνης χωρίς να αισθανθώ το ιδιαίτερο βάρος της. Ως ιστορικός ερευνητής, όμως, έχω ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση να μην επιτρέψω στο συναίσθημα να υποκαταστήσει το τεκμήριο.
Τους Ρωμιούς και τους μουσουλμάνους, τους Αρμενίους και τις άλλες κοινότητες που βρέθηκαν μέσα στη δίνη ενός πολέμου και της μετάβασης από μια πολυεθνική αυτοκρατορία στην εποχή των εθνικών κρατών.
Οι άνθρωποι όμως που είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη, στα Βουρλά, στο Αϊβαλί, στην Ερυθραία, στην Καππαδοκία, στον Πόντο και σε εκατοντάδες άλλους τόπους έχασαν έναν κόσμο ολόκληρο.
Γιατί η ιστορική δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στην αποσιώπηση των σκοτεινών σελίδων ούτε στην εκδίκηση απέναντι στους νεκρούς. Βρίσκεται στην προσπάθεια να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια, όσο δύσκολη και αν είναι.
Ιστορικός Ερευνητής.
Για τη συμμετοχή Μικρασιατών στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και τη Μικρασιατική Άμυνα, πρέπει να χρησιμοποιούνται παράλληλα τα σχετικά τεκμήρια του Αρχείου Ελευθερίου Βενιζέλου, τα έγγραφα της Μικρασιατικής Άμυνας και οι πηγές που αφορούν τη δράση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου.

















Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.