Συνέντευξη του Καθηγητή Θεολογίας του ΑΠΘ Χρυσόστομου Σταμούλη στο Σπύρο Βαρβέρη.

Από το περιοδικό sputnik

«Ο Χρυσόστομος Σταμούλης είναι καθηγητής στο ΑΠΘ, συνθέτης και συγγραφέας. Το πρόσφατό του βιβλίο έχει τον τίτλο  «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι», κείμενα για τον διάλογο της ορθοδοξίας με την πόλη, την πολιτεία και τον πολιτισμό.
Τον Χρυσόστομο Σταμούλη τον ανακάλυψα τυχαία σε ένα ψάξιμο που έκανα στο πρόγραμμα της ελληνικής τηλεόρασης. Μου έκανε εντύπωση ο λόγος του, με ενθουσίασε, θα ελεγα, γιατί τα τελευταία -πολλά- χρόνια, οι άνθρωποι της εκκλησίας μού προκαλούσανε την αποστροφή με τον λόγο τους και τα καμώματα τους. Εξαίρεση ο Φιλόθεος Φάρος, ο Χρυσόστομος, δέχτηκε την πρόσκλησή μου εν αρχή για μια συνάντηση που κράτησε όσο ένας καφές. Ήτανε μια αναγνωριστική συνάντηση και ειπώθηκαν λόγια καρδιάς. Είναι ένας άνθρωπος που σε κερδίζει και που τον θεωρώ φίλο. Ελπίζω να ξαναβρεθούμε.

ΣΒ: κ. Σταμούλη, μπορούμε να κάνουμε-διδάξουμε θεολογία με τα τραγούδια; Το αναφέρω αυτό γιατί γνωρίζω ότι ασχολείστε και με την μουσική.

ΧΣ: Βεβαίως και μπορούμε. Πώς μπορούμε να κάνουμε ζωή και θάνατο με τα τραγούδια και δεν μπορούμε να κάνουμε θεολογία; Ξέρετε, κάθε στοιχείο του κόσμου αυτού, κάθε δημιουργία, μπορεί να γίνει ένας δρόμος, μια γλώσσα που θα επιτρέψει στο άκτιστο, στον Θεό να εισέλθει ξανά στην ιστορία. Δεν είναι το τραγούδι το τέλος της σχέσης με τον Θεό. Δεν σώζει το τραγούδι. Κανένα δημιούργημα δεν σώζει,  αλλά μπορεί με την αλήθεια του  να σου δείξει από μακριά την ελπίδα.

ΣΒ: Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στην Εκκλησία;

ΧΣ: Ο κατεξοχήν έρωτας είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ο εμός έρως εσταύρωται», ομολογεί ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, αναφερόμενος στον Χριστό, και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής βροντοφωνάζει, «μη φοβηθώμεν το του έρωτος όνομα». Βέβαια, σε μια εποχή γενικού αποπροσανατολισμού, η κατάρρευση μοιάζει να είναι καθολική. Είναι αλήθεια πως σήμερα ο έρωτας, κατά κανόνα -ευτυχώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- δεν φαίνεται να οδηγεί τις ζωές των ανθρώπων, μήτε και τη ζωή  της Εκκλησίας. Ξεχνάμε, πολλές φορές, ότι η Εκκλησία ως αμφίσημη υπάρχει «εν τω κόσμω και ουκ εκ του κόσμου». Δεν είναι μια πραγματικότητα που ζει έξω από τον κόσμο, αν και πολλοί ετερόκλητοι, εσωτερικοί και εξωτερικοί θαυματοποιοί παλεύουν να την απομακρύνουν από τον κόσμο. Ως μέρος, λοιπόν, αυτού του κόσμου εμφανίζει και τη συμπτωματολογία του. Και η απόλυτη ήττα έρχεται όταν αδυνατεί παντελώς να συμβάλλει με τον πλούτο της τον υπαρξιακό στην αλλαγή του. Τουτέστιν, να δώσει στο εφήμερο μια διάσταση αιωνιότητας, πέρα από τη φθορά και το θάνατο. Ας μην ξεγελιόμαστε, ζούμε σε εποχή άκρως αντιερωτική και βαθιά διεκπαιρεωτική. Το ανέραστο έχει γίνει δεύτερη φύση μας. Όλα μοιάζουν αναλώσιμα, υλικά με ημερομηνία λήξης.

ΣΒ: Ευθύνεται η Εκκλησία σήμερα για την απουσία της εκπλήξεως; Πόσο χαρισματική είναι η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία;

ΧΣ: Και εάν δεν ευθυνόταν θα έπρεπε να ευθύνεται. Όλοι μας ευθυνόμαστε για όλα. Θα έλεγα ότι εδώ, απέναντι στην ευθύνη, θα πρέπει να εφαρμοστεί ο «σοσιαλιστικός» κανόνας του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. «Όλοι είμαστε υπεύθυνοι για όλους», σημειώνει στους Αδελφούς Καραμάζωφ, «και εγώ πιο πολύ από τους άλλους». Και το λέω αυτό, διότι με μεγάλη ευκολία ο καθένας βγάζει τον εαυτό του έξω από την ευθύνη. Πάντα φταίνε οι άλλοι. Ευθύνεται, συνεπώς, και η Εκκλησία για την απώλεια της δυνατότητάς μας να εκπλησσόμαστε απέναντι στα πρόσωπα και τα πράγματα. Η αδυναμία του ανθρώπου να εκπλήσσεται είναι η βασική αιτία για το σμπαράλιασμα των σχέσεων∙ όλων των σχέσεων. Όσο σώζουμε τη δυνατότητά μας να εκπλησσόμαστε τόσο υπάρχουμε. Η αντικειμενοποίηση, όμως, της ζωής και η αίσθηση οριστικής και παγιωμένης διαμόρφωσής της, παγώνει την ύπαρξη και οδηγεί σε νεκρότητα. Όλα τα συστήματα αυτή την έκπληξη παλεύουν να περιορίσουν και να νικήσουν. Μια έκπληξη που είναι δυνατή να ανατρέψει τα πάντα. Αντίσταση μόνο οι ερωτευμένοι και οι εκπλησσόμενοι κάνουν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει έναν πυρήνα απόλυτα δυναμικό. Ο πυρήνας αυτός έχει όνομα και λέγεται Χριστός. Το ερώτημα είναι, βέβαια,  γιατί φτιάξαμε, εν τέλει, έναν Χριστιανισμό άδειο από Χριστό. Παντού κυριαρχεί ο Χριστιανισμός, και ο Χριστός βρίσκεται υπό διωγμόν­­­ ή στην καλύτερη περίπτωση εξόριστος.


ΣΒ: Τι έχετε να πείτε για το θέμα των έμφυλων ταυτοτήτων;

ΧΣ: Κοιτάξτε, σε μια εποχή που όλα αλλάζουν με ταχύτητα, που η μια γνώση διαδέχεται την άλλη, κανείς πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός, αλλά μαζί και ανοιχτός στις προκλήσεις των καιρών. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις προκλήσεις. Δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η σημερινή εποχή θέτει με ένταση τα θέματα των ταυτοτήτων, και ο καλύτερος χώρος για την ενημέρωση των νέων παιδιών δεν είναι άλλος από τον χώρο του Σχολείου. Αρκεί όλα αυτά να γίνονται με την απαιτούμενη προετοιμασία και εξάπαντος, όχι άνευ σχεδιασμού. Η γνώση πάντα ελευθερώνει και η πρόληψη δεν είναι κενή νοήματος.
ΣΒ: Εκκλησία και Αριστερά πόσο κοντά και πόσο μακριά είναι;

ΧΣ: Όπως έχω πει και στο παρελθόν, οι  σχέσεις της Εκκλησίας με την Αριστερά στην Ελλάδα έρχονται από μια σκοτεινή μήτρα. Στηρίζονται σε αδιάψευστες ιστορικές πράξεις, σε ανομίες και αστοχίες, που έχουν χαράξει ανεπανόρθωτα το κοινό σώμα, αλλά και σε ένα πλήθος προκαταλήψεων και παρεξηγήσεων –αποτέλεσμα  απουσίας διάθεσης ανοικτού διαλόγου–, που μεγιστοποιεί το χάσμα που επέβαλε η αγριότητα της Ιστορίας. Εσχάτως, με αφορμή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, η συνάντηση από το επίπεδο της θεωρίας πέρασε στον χώρο της πράξης. Άλλοτε τα αποτελέσματα ήταν θετικά και άλλοτε όχι. Σε θέματα, για παράδειγμα, κοινωνικού έργου και συμπεριφοράς απέναντι στον ξένο, η συνάντηση έφτασε στα όρια της συμπόρευσης. Στο θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών υπήρξαν ρήξεις, οι οποίες όμως φαίνεται να  υποχωρούν με σκοπό το κοινό καλό. Όταν στο κέντρο βρίσκεται ο άνθρωπος ο διάλογος μένει πάντα ανοικτός. Σε κάθε περίπτωση αυτό που προέχει είναι ο αλληλοσεβασμός και η αποδοχή της ετερότητας.

ΣΒ: Πόσο εφικτό είναι στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία να δούμε τον Αρχιεπίσκοπο στο μέλλον να ζητάει συγγνώμη από τους ομοφυλόφιλους, γυναίκες και άνδρες, που η Εκκλησία καταπίεσε και καταπιέζει με τα κηρύγματά της όλα αυτά τα χρόνια;

ΧΣ: Έχω την αίσθηση, πως η μεγαλύτερη συγνώμη είναι η απομόνωση όλων εκείνων των φωνών της Εκκλησίας που, μετά μανίας και με ύβρεις, επιτίθενται απέναντι σε κάθε ετερότητα. Αυτό έχει σημασία. Μια συγγνώμη, η οποία θα κινείται απλά σε επίπεδο εντυπωσιασμού, νομίζω πως δεν θα είχε κανένα νόημα. Βέβαια, αναφερόμενοι στην Εκκλησία, θα πρέπει να πούμε ότι και οι αντίστοιχες κοινωνίες, εντός των οποίων έδρασε η Εκκλησία, δεν είχαν πολύ διαφορετικές αντιδράσεις. Χειρότερη καταπίεση, σε πολλές περιπτώσεις, άσκησαν οι κομματικοί μηχανισμοί και οι εξουσίες. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις περιπτώσεις του Κωνσταντίνου Καβάφη και του Μάνου Χατζιδάκι. Οι επιθέσεις που δέχτηκαν από τον χώρο της Εκκλησίας ήταν ελάχιστες μπροστά σε αυτά που τράβηξαν από τις «κίτρινες» εξουσίες και τους στρατούς τους. Σε κάθε περίπτωση, είτε κανείς συμφωνεί με συγκεκριμένες πράξεις και συμπεριφορές σε επίπεδο ανθρωπολογίας, το μείζον είναι η αποδοχή της ελευθερίας του ανθρώπου και η κατανόηση των επιτευγμάτων της επιστήμης, που κάνει τους έως τώρα σκοτεινούς  χώρους πιο διαφανείς. Σε μια τέτοια γη συνάντησης, στη γη της ελευθερίας, η αξιοπρέπεια,  ο σεβασμός και η αγάπη θα αποτελούν το υλικό  γονιμοποίησής της.