Με αναφορά προς τα μέλη ΔΕΠ , στην οποία χαρακτηρίζει πρωτοφανείς και κατασκευασμένες τις κατηγορίες που του αποδίδονται, ο Καθηγήτης Βασίλης Τσαουσίδης, επιτίθεται στην διοίκηση του Πανεπιστημίου για το ερενητικό του πρόγραμμα Spice. Εκτός από την αναφορά του ο Β. Τσαουσίδης, κοινοποίησε στα ΜΜΕ και επιστολές της ερευνητικής του ομάδας και των φοιτητών του.

Αναλυτικά η αναφορά προς τα μέλη ΔΕΠ

Υπηρετώ ως μέλος ΔΕΠ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ) από το 2003 στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών (ΗΜ & ΜΥ) και ή­δη από το 2008 στη βαθμίδα του Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο «Λογισμικό Διαδι­κτυ­ωμέ­νων/Δια­συν­δεδεμένων συστημάτων υπολογιστών ευρείας κλίμακας». Η ακαδημαϊκή μου πορεία έως σή­μερα συμπληρώνεται από τη θητεία μου ως Καθηγητή στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, το Πανεπιστήμιο Northeastern της Βοστόνης και ως επισκέπτη Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο ΜΙΤ. Από τον Οκτώβριο του 2012 αποτελώ εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Δι­οίκησης του Δ.Π.Θ.

Στο πλαίσιο των ερευνητικών μου υποχρεώσεων έχω έντονη συμμετοχή σε διεθνή συ­νέ­δρια και διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς, καθώς επίσης έχω εκτελέσει πολύ σημαν­­τικά ερευνητικά έργα. Ειδικότερα, κατά τη θητεία μου στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης έχω εκτελέσει, ως επιστημονικά υπεύθυνος, διεθνή ερευνητικά έργα υψηλού κύρους. Το χρημα­το­δοτικό όφελος του ΔΠΘ από την ερευνητική μου δραστηριότητα την τελευταία επταετία είναι μεγαλύτερο από 3,5 εκατομμύρια ευρώ. Τα ερευνητικά μου έργα είναι τα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα στα 43 χρόνια λειτουργίας του ΔΠΘ με χρη­μα­τοδότηση αποκλειστικά από διεθνείς πόρους. Εν ολίγοις, η διεθνής παρουσία της ερευ­νητικής ομάδας μου, ο εξοπλισμός που έχει αγορασθεί προς όφελος του ΔΠΘ, οι 30 ερευ­νητές του ΔΠΘ που χρηματοδοτήθηκαν, οι διακεκριμένοι επιστήμονες που προσκλήθηκαν και οι υπάλληλοι της διοίκησης του ΔΠΘ που εργάστηκαν χρηματοδοτήθηκαν αποκλειστικά από διεθνείς πόρους. Η ερευνητική μου ομάδα σχεδίασε πρωτόκολλα και πρότυπα, τα οποία χρησιμοποιούνται παγκοσμίως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα πρωτόκολλα επι­κοινωνίας που χρη­σι­μοποιούνται στον διεθνή διαστημικό σταθμό, για τα οποία η ΝΑΣΑ δημό­σια διακήρυξε τη συ­νει­σφορά της ερευνητικής μου ομάδας (ΣΧΕΤΙΚΟ 1 επιστολή της ΝΑΣΑ προς Καθ. Τσαουσίδη). Η ερευνητική ομάδα μου έχει χαρακτηριστεί «ιστορία εθνικής επι­τυχίας» και έχει απασχολήσει θετικά πολλές φορές τον εθνικό και διεθνή τύπο. Τα ερευνη­τικά αυτά έργα διαφήμισαν το Δη­μοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης σε ολόκληρο τον κόσμο και εικόνες του Πανεπιστημίου και του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπο­λογιστών προβλήθηκαν διεθνώς.

 

Αρχικά, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ιδρύματος και αργότερα μετά την εκλογή και την ανάληψη καθηκόντων από τον κ. Καραμπίνη ως Πρύτανη προέκυψαν διαφωνίες μου για προ­δήλως παράνομες ενέργειές του, όπως η συγκρότηση θεσμικών οργάνων (Επιτροπή Ερευνών), αναθέσεις συμβάσεων σίτισης και ανάθεση ερευνητικού έργου με προγραμματική σύμβαση από κρατικό φορέα. Τον Ιούνιο του 2015 απαίτησα ως μέλος του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΔΠΘ να ελεγχθούν οι καταγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας για εξωπανεπι­στημι­ακές εταιρικές σχέσεις της διοίκησης με εργολάβο στον ο­ποί­ο ανατίθεται η σίτιση των φοιτητών του ΔΠΘ. Τον Νοέμβριο του 2015 ζήτησα να ελεγ­χθούν οι καταγγελίες των εργαζομένων του κρατικού φορέα «Κτιριακές Υποδομές Α.Ε.» για απευ­θείας ανάθεση στον κ. Καραμπίνη παράνομης Προγραμματικής σύμβασης ύψους 615.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι και οι δύο αυτές καταγγελίες μου κρίθηκαν βάσιμες από δύο σχετικά πορίσματα του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης.

Για προφανείς εκδικητικούς λόγους από τις αρχές του 2016 ο κ. Καραμπίνης ανέσυρε παρανόμως και χω­ρίς κανένα νέο στοιχείο μια ΕΔΕ που περαιώθηκε τον Μάιο του 2014, η οποία είχε διεξαχθεί και ολοκλη­ρω­θεί τον Μάιο του 2014 από τον τότε Αντιπρύτανη κ. Γεώργιο Κώστα και αφορούσε σε μια προδήλως αόριστη και αβάσιμη καταγγελία εναντίον μου. Τον Φεβρουάριο 2016 ο κ. Καραμπίνης έδωσε εντολή στον Αναπληρωτή Πρύτανη κ. Παντελή Μπότσαρη να ερευ­νη­θούν τα ευρωπαϊκά έργα των οποίων ήμουν επιστημονικά υπεύθυνος. Τα ευρωπαϊκά αυτά έργα είχαν στο σύνολό τους αξιολογηθεί και ελεγχθεί αρμοδίως από τον χρηματοδότη, δηλαδή την Ευ­ρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και από την Επιτροπή Ερευνών του ΔΠΘ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο θεσμικώς προβλεπόμενης ελεγκτικης διαδικα­σίας είχε ορίσει ειδικούς αξιολογητές, οι οποίοι αποφάσισαν ότι όλες οι υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει η ευ­ρω­παϊκή ομάδα συνολικά και η ομάδα του Δημοκριτείου ειδικότερα, είχαν εκτε­λεσθεί και παραδοθεί στο ακέ­ραιο και με αυτό το δεδομένο προχώρησε στην απο­πλη­ρωμή όλων των έργων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία του ελέγχου των ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδο­τούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση καταστρώνεται και διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 393/1994, που ρυθμίζουν τη συγκρότηση, τις αρμο­δι­ό­τητες και τον καθορισμό της λειτουργίας του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ε­λέγ­χου των συγκεκριμένων ερευνητικών προγραμμάτων.

Παρά ταύτα όμως, ο αναπληρωτής πρύτανη κ. Μπότσαρης προδήλως αναρμοδίως, όρισε τρεις δήθεν “πραγ­μα­το­γνώμονες” προκειμένου να αξιολογήσουν εκ νέου τα ήδη ολο­κλη­­ρωμένα ευρωπαϊκά έργα. Έτσι, οι με τον τρόπο αυτό ορισθέντες «πραγματογνώμονες» χωρίς να διαθέτουν έστω κατ’ επίφαση αρμοδιότητα προχώρησαν στη σύνταξη πορίσματος με βάση προειλημμένη απόφαση. Η συγκεκριμένη όμως διαδικαστική επιλογή δεν ήταν τυχαία. Επιλέχθηκε προκειμένου να προσδοθεί «κύρος» στην παράνομη αυτή ελεγκτική διαδικασία και με σκοπό να επηρεασθεί ο αρμόδιος εισαγγελέας και να πεισθεί να ασκήσει ποινική δίωξη, προσπερ­νώντας το στάδιο της προκαταρκτικής έρευνας ή της προανάκρισης.

Εκτός όμως από τις πιο πάνω καταφανείς διαδικαστικές παραβάσεις ορισμού και σύ­στα­σης της συγκεκριμένης ελεγκτικής ομάδας πραγματογνωμόνων, οι τελευταίοι ουδόλως διέθεταν τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα.  Δεν διέθεταν καταρχάς την απαιτούμενη πιστοποίηση και επάρκεια ούτε καν στην Αγγλική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένες όλες οι ευρωπαϊκές προτάσεις και τα παραδοτέα τους, αλλά ούτε και την απαιτούμενη συνάφεια ως προς το τεχνικό και επιστημονικό μέρος. Δεν έχουν κληθεί ποτέ ως πραγματογνώμονες σε άλλο αντίστοιχο ευρωπαϊκό έργο, ενώ δεν έχουν ορισθεί ποτέ ως πραγματογνώμονες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν έχουν υποβάλει επιτυχώς προτάσεις στο παρελθόν για αντίστοιχα έργα FP-7 (7ο Πρόγραμμα-Πλαίσιο Ευρωπαϊκών ανταγωνιστικών έργων), όπως είναι αυτά που ήλεγξαν. Δεν έχουν χρηματοδοτηθεί ποτέ για υλοποίηση έργων FP-7 ούτε έχουν συντονίσει και αξιολογήσει παρόμοια επιστημονικά έργα FP-7.

Οι ορισθέντες με ειδική αποστολή πραγματογνώμονες, όπως τουλάχιστο αποδείχθηκε εκ των υστέρων, απέφυγαν επιμελώς να συνεργασθούν με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητήσουν τη συνδρομή τους. Απέφυγαν σκοπίμως να απευθύνουν οιοδήποτε ερώτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την υλοποίηση του ερευνητικού έργου SPICE. Χωρίς δε να ρωτήσουν τους κατεξοχήν ειδικούς, ούτε καν τους τέσσερις καθηγητές του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών υπολογιστών που συμμετείχαν στην επιστημονική επιτροπή του έργου κατέληξαν χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς να παραθέσουν οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι δήθεν το έργο δεν υλοποιήθηκε. Ένα συμπέρασμα που είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το τελικό συμπέρασμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που έκρινε ως αρτιότατα και  αποδέχτηκε πλήρως τα παραδοτέα του έργου SPICE. Η επιτροπή πραγματογνωμόνων δεν μπήκε στον κόπο να παραθέσει τα συγκεκριμένα στοιχεία, με βάση τα οποία διαφωνεί με τα οικεία ευρωπαϊκά όργανα, που θεωρούν ότι το έργο, το οποίο οι ίδιοι χρηματοδότησαν υλοποίησε στο ακέραιο όλους τους ερευνητικούς του στόχους. Προφανώς δεν είχαν κανένα στοιχείο, αλλά ούτε ήταν αντικειμενικά σε θέση να αμφισβητήσουν την υλοποίηση ενός τόσο σημαντικού και δύσκολου, αλλά και μεγάλης αξίας έργου. Ο μοναδικός και αποκλειστικός τους στόχος ήταν η δημιουργία εντυπώσεων σε βάρος μου και η καλλιέργεια πρόσφορου εδάφους για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος μου.

            Οι κατά τα ανωτέρω ορισθέντες πραγματογνώμονες κλήθηκαν μεθοδευμένα να απαντήσουν σε συγκεκριμένο και προκατασκευασμένο ερωτηματολόγιο που κατήρτισε ο κ. Μπότσαρης. Οι ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν σε αυτό σχετιζόταν, αφενός με την υλοποίηση των ερευνητικών έργων και των παραδοτέων τους και αφετέρου με αδιάφορα ζητήματα, όπως οι χώροι και η ονομασία του εργαστηρίου μου.

            Στο τελικό πόρισμα οι κατ΄επίφαση πραγματογνώμονες κατέγραψαν τα εργαστήρια του Τμήματος ΗΜ&ΜΥ και τις μετονομασίες των εργαστηρίων που αποφασίστηκαν σε συνεδριάσεις του Τμήματος. Ενώ αναφέρονται σε όλες τις μετονομασίες, με προφανή σκοπιμότητα παρέλειψαν και δεν αναφέρθηκαν στην ύπαρξη αποφάσεων του Τμήματος ΗΜ&ΜΥ για την μετονομασία του δικού μου Εργαστηρίου Διαδικτυωμένων Συστημάτων, την οποία μάλιστα οι ίδιοι είχαν συνυπογράψει αφού συμμετείχαν στη σχετική απόφαση. Παράλληλα, απέφυγαν  τεχνηέντως την αναφορά σε σειρά αποφάσεων του Τμήματος ΗΜ&ΜΥ εκείνο το διάστημα σχετικά με την ίδρυση, ονομασία ή μετονομασία αρκετών εργαστηρίων, τα οποία μάλιστα χρηματοδοτήθηκαν ειδικά από το Υπουργείο Παιδείας στο πλαίσιο του Προγράμματος ΠΕΣΠ (Πρόγραμμα Ενίσχυσης Σπουδών Πληροφορικής). Μεταξύ αυτών είχε αποφασιστεί και η ίδρυση εργαστηρίου Διαδικτυακών Πρωτοκόλλων, το οποίο ανέφερα παντελώς νομίμως κατά την υποβολή της ερευνητικής μου πρότασης για το έργο SPICE. Έτσι, παρέβλεψαν σκοπίμως και την ύπαρξη του συγκεκριμένου εργαστηρίου και το γεγονός ότι το ζήτημα ύπαρξής ή μη του εν λόγω εργαστηρίου ήταν παντελώς αδιάφορο για την έγκριση και χρηματοδότηση του επίμαχου προγράμματος, απέφυγαν να λάβουν υπόψη ότι κανένα όφελος δεν θα είχα από την αναφορά του συγκεκριμένου εργαστηρίου και τέλος, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματοδοτεί το Πανεπιστήμιο και όχι κάποιο εργαστήριο και επομένως δεν τίθεται θέμα ύπαρξης, ονομασίας ή μετονομασίας κάποιου εργαστηρίου, όσον αφορά την ανάθεση και την, τελικώς, ορθή εκτέλεση των έργων. Επιπροσθέτως, κατέληξαν στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το ερευνητικό έργο SPICE του οποίου είχα την επιστημονική ευθύνη δεν υλοποίησε ορθώς τα παραδοτέα του, “σύμφωνα με την κείμενη εθνική νομοθεσία”. Το συμπέρασμα αυτό ηχεί τουλάχιστον εξωφρενικό, καθόσον το έργο είχε ήδη ελεγχθεί συνολικώς από τον χρηματοδότη του, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ορκωτούς λογιστές και πιστοποιημένους Ευρωπαίους πραγματογνώμονες. Δηλαδή με άλλα λόγια, το συγκεκριμένο έργο ανατέθηκε, υλοποιήθηκε και εκτελέσθηκε με άρτιο και άριστο τρόπο σύμφωνα με τον αναθέτοντα και χρηματοδότη, αλλά φεύ δεν πληρούσε τις παράνομες προϋποθέσεις που όρισαν αυθαίρετα οι επίσης παρανόμως ορισθέντες και, εν τέλει, καταφανώς αναρμόδιοι “πραγματογνώμονες”. Η διαβλητή και αυθαίρετη διαδικασία που ακολούθησαν για τα συμπεράσματα που διατύπωσαν αναδεικνύεται έτι περαιτέρω και από το γεγονός ότι όπως ήδη ελέχθη ουδέποτε επικοινώνησαν με την Επιστημονική Επιτροπή  (Steering Committee) του έργου SPICE, η οποία αποτελείτο από τέσσερις συναδέλφους τους καθηγητές του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών, με συναφέστερο μάλιστα επιστημονικό αντικείμενο από αυτό των δήθεν πραγματογνωμόνων. Παρέλειψαν τέλος να αναφερθούν στο κρίσιμο γεγονός ότι κανένας χρηματοδότης δεν ήταν παραπονούμενος για κανένα έργο που έχω εποπτεύσει ή/και συντονίσει ούτε κανείς ζητούσε την επιστροφή χρηματοδότησης παρά τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους και τα οποία μελέτησαν.

Με βάση το πόρισμα που παρέλαβε από τους πραγματογνώμονες, ο κ. Μπότσαρης κατέληξε σε εισήγηση προς την Επιτροπή Ερευνών της οποίας προεδρεύει. Ας σημειωθεί το γεγονός ότι ο κ. Μπότσαρης εκτός του ότι δεν με κάλεσε ποτέ να καταθέσω είτε ως μάρτυρας είτε ανωμοτί ανέλαβε να διενεργήσει εξ υπαρχής μια παράνομη ΕΔΕ, καθόσον, εκτός άλλων, έχει την ιδιότητα του αναπληρωτή Καθηγητή και ήλεγξε σε ΕΔΕ Καθηγητή και μέλος του Συμβουλίου. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση τα ανωτέρω στην εισήγησή του ο κ. Μπότσαρης στην Επιτροπή Ερευνών ήταν τα εξής:

i) Έγινε χρήση Εργαστηρίου που δεν υφίσταται (σ.σ. Εργαστήριο Διαδικτυωμένων Συστημά­των).
(ii) Δεν υλοποιήθηκε το τελικό παραδοτέο του έργου SPICE, σύμφωνα με την “κείμενη εθνική νομοθεσία”. Μάλιστα, αναφέρεi επιπλέον ότι: «Δεν προέκυψε από τη μέχρι τώρα έρευνα ότι έχει υποβληθεί αίτημα για τη σύσταση ή λειτουργία του SPICE ως αυτοτελούς μονάδας εντός των χώρων του Πανεπιστημίου».

(iii) υπάρχει άγνοια ως προς την εγκατάσταση του εξοπλισμού, υποννοώντας εμμέσως αλλά σαφώς ότι ο εξοπλισμός δήθεν δεν υπάρχει.

Με βάση τα συμπεράσματα αυτά ο κ. Μπότσαρης θεώρησε ότι όλα τα ενεργά μου έργα είναι επισφαλή και εισηγήθηκε στην Επιτροπή Ερευνών την αναστολή τους, με την προσχηματική αιτιολογία ότι σε αυτά υπήρχε αναφορά του Εργαστηρίου Διαδικτυωμένων Συστημάτων που δήθεν δεν υφίστατο, του SPICE που δήθεν έπρεπε να θεσμοθετηθεί και του εξοπλισμού που δήθεν αγνοούνταν.

            Όλες όμως οι ανωτέρω διαπιστώσεις και δήθεν πλημμέλειες στις οποίες στηρίχθηκαν τα σχετικά συμπεράσματα και οι εισηγήσεις του κ. Μπότσαρη προς την Επιτροπή Ερευνών είναι παντελώς αναληθείς και κατασκευασμένες. Πιο συγκεκριμένα:

(i) Το εργαστήριο και η ονομασία του δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση κριτήριο ανάθεσης και χρηματοδότησης ενός έργου. Ρητώς μάλιστα διευκρινίζεται από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα χρηματοδότησης ότι μόνο το όνομα του Πανεπιστημίου παίζει ρόλο στη συμφωνία επιχορήγησης, και επομένως, το όνομα ενός εργαστηρίου και εφόσον υπάρχει αναφορά σε αυτό ακόμη και αν ενδεχομένως έχει αλλάξει μπορεί να διορθωθεί μέσω τροποποιήσεων και δεν έχει καμία επίπτωση στις σχετικές αποφάσεις χρηματοδότησής (ΣΧΕΤΙΚΟ 2). Είναι προδήλως γνωστό στους “πραγματογνώμονες”, στον κ. Μπότσαρη και τον κ. Καραμπίνη ότι το Εργαστή­ρι­ο, ανεξαρτήτως ονομασίας, δεν αποτελεί κριτήριο ανάθεσης και ούτε έχει συνάψει καμία σύμ­βαση, ώστε ο χρηματοδότητς να απαιτήσει επιστροφή χρημάτων με κριτήριο το θεσμικό καθε­στώς του εργαστηρίου. Γνωρίζουν επίσης ότι τις σχετικές συμβάσεις τις υπογράφουν θεσμικοί εκπρόσωποι του ΔΠΘ και όχι οιουδήποτε εργαστηρίου. Συγκεκριμένα, τη σύμβαση του SPICE με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την υπέγραψε ο ίδιος ο κ. Καραμπίνης ως Αντιπρύτανης (ΣΧΕΤΙΚΟ 3 – 3.1 και 3.2). Επομένως, η συγκεκριμένη κατηγορία και πλημμέλεια χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων προκειμένου να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία μου και να καλλιεργηθεί εχθρικό εναντίον μου κλίμα στους κόλπους της Συγκλήτου, προκειμένου η τελευταία να λάβει την επιθυμητή απόφαση σε βάρος μου.

            Σε κάθε πάντως περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη δήθεν πλημμέλεια ήταν μια κακοσχεδιασμένη “κατασκευή”, καθόσον το επίμαχο εργαστήριο Διαδικτυωμένων Συστημάτων είναι πραγματικό: Όπως γνώριζαν όλοι οι “κατήγοροί” μου προέκυψε από μετονομασία του Εργαστηρίου Προγραμματισμού και Επεξεργασίας Πληροφοριών με απόφαση Τομέα και Τμήματος, δηλαδή με απόφαση όλων των ακαδημαϊκών οργάνων που ήταν αρμόδια κατά τον νόμο (ΣΧΕΤΙΚΟ  4 στοιχεία απόφασης).

(ii) Το έργο SPICE ήταν ερευνητικό έργο διάρκειας τριών ετών και η θεσμοθέτησή του δεν αποτελούσε παραδοτέο του έργου ούτε, επομένως, υποχρέωση του επιστημονικά υπεύθυνου. Έγινε εξ ολοκλήρου αποδεκτό με επαίνους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που αποδέχτηκε όλα τα παραδοτέα του έργου και επομένως την πλήρη και ορθή υλοποίησή του (ΣΧΕΤΙΚΟ 5). Κατά τη διάρκεια του έργου πραγματοποιήθηκαν δράσεις στις οποίες συμμετείχαν μέλη ΔΕΠ από όλο το Πολυτεχνείο. Τα ερευνητικά έργα δεν είναι όπως τα διαρθρωτικά προγράμματα, τα οποία χρηματοδοτούν κτίρια ή υποδομές. Το Κέντρο Διαστημικής Διαδικτύωσης (SPICE), λοιπόν, συνδύασε τεχνογνωσία από διαφορετικά επιστημονικά πεδία – συγκεκριμένα ενοποίησε επιστημονικά πεδία τριών εργαστηρίων. Η τυπική ονομασία των εργαστηρίων ήταν παντελώς αδιάφορη σε σχέση με την ερευνητική πρόταση και τη χρηματοδότησή της. Αυτό που ενδιέφερε αποκλειστικώς ήταν το γνωστικό αντικείμενο που καλύπτει το κάθε εργαστήριο και όχι σε ποια και πόσα εργαστήρια ανήκουν τα γνωστικά αντικείμενα ούτε σε ποια διοικητική δομή είναι ενταγμένα. Μια ευρωπαϊκή ε­ρευ­νη­τική πρόταση δεν περιλαμβάνει διοικητικές δομές ως παραδοτέο, αλλά επιστημονικά και μόνο αποτελέ­σματα και δραστηριότητες. Το κατά πόσο θα επενδύσει ένα Πανεπιστήμιο στην τεχνογνωσία που επιβραβεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση με αντίστοιχους θεσμούς και διοικητικές δομές είναι θέμα του οικείου πανεπιστημίου και του ελληνικού κράτους.

Αντίθετα δε με όσα υπονοεί ο κ. Μπότσαρης ότι είναι παραδοτέο η θεσμο­θέ­τησή του, η θεσμική του υπόσταση είναι αντικείμενο συζήτησης στο τέλος του έργου και μάλι­στα συμφωνείται ένα τελικό παραδοτέο όπου συζητείται αυτό ακριβώς: ποιο θεσμικό πλαίσιο είναι κατάλληλο για το Κέντρο Διαστημικής Διαδικτύωσης. Παρά το γεγονός ότι η θεσμο­θέτη­ση ενός κέντρου δεν αποτελούσε αρμοδιότητα της επιστημονικής επιτροπής ή του επιστημονικά υπεύθυνου και προφανώς δεν αποτελούσε παραδοτέο του έργου και επομένως δεν εξαρτήθηκε από αυτό η επιτυχής του υλοποίηση, ο κ. Μπότσαρης με προφανή σκοπιμότητα στην εισήγηση του στην Επιτροπή Ερευνών ισχυρίζεται ότι: «Δεν προέκυψε από τη μέχρι τώρα έρευνα ότι έχει υποβληθεί αίτημα για τη σύσταση ή λειτουργία του SPICE ως αυτοτελούς μονάδας εντός των χώρων του Πανεπιστημίου». Σε σχετικό έγγραφό μου που είχα αποστείλει στις 20-4-2015 προς τον Πρύτανη, τους Αναπληρωτές Πρύτανη, τα μέλη του Συμβουλίου και τα μέλη της Συγκλήτου ανέφερα ότι “το Κέντρο Διαστημικής Διαδικτύωσης με έδρα την Ξάνθη ιδρύθηκε το Σεπτέμ­βριο του 2010 και λειτουργεί ως άτυπη μονάδα του Εργαστηρίου Διαδικτυωμένων Συστη­μάτων, ενός από τα 18 εργαστήρια του Τμήματος ΗΜ&ΜΥ του Δ.Π.Θ. Το κέντρο χρηματοδο­τήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κέντρο αριστείας και είναι, σύμφωνα με το ΕΚΤ, ένα από τα δύο αναγνωρισμένα κέντρα αριστείας της Περιφέρειας ΑΜΘ, με αναγνωρισμένη δυνατό­τητα να προσελκύσει διεθνή ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα. Με βάση τη χρηματοδότησή του και τις ερευνητικές του δυνατότητες, θεωρήθηκε «ιστορία επιτυχίας» από το εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης” (ΣΧΕΤΙΚΟ 6). Όπως προκύπτει από τον πίνακα παραληπτών μέσα σε αυτούς ήταν και ο κ. Μπότσαρης, ο οποίος συνεπώς γνώριζε τα πάντα σχετικά με το συγκεκριμένο Εργαστήριο και γνώριζε πολύ καλά ότι θα ήταν προς το συμφέρον του Πανεπιστημίου και της Περιφέρειας να υποστηριχθεί θεσμικά το κέντρο μετά το πέρας του έργου (ΣΧΕΤΙΚΟ 7).

iii) Η ύπαρξη του σχετικού εξοπλισμού αμφισβητήθηκε σκοπίμως προκειμένου να στηριχθεί η προκατασκευασμένη κατηγορία. Έχει καταμετρηθεί πλήρως από επιτροπή τεσσάρων  καθηγητών που όρισε η αρμόδια κατά νόμο Γενική Συνέλευση του Τμήματος ΗΜΜΥ (ΣΧΕΤΙΚΟ 8).

Στην εισήγηση του κ. Μπότσαρη αναφέρεται επί λέξει: «Ο εξοπλισμός θα έπρεπε να είναι εγκατεστημένος στο Εργαστήριο Προγραμματισμού και Επεξεργασίας Πληροφοριών. Θα πρέπει να ερωτηθεί ο σημερινός Διευθυντής Π. Εφραιμίδης». Ο κ. Μπότσαρης προσποιείται ότι αγνοεί αυτονόητα πράγματα. Πώς είναι δυνατόν να αναρωτιέται ο κ. Μπότσαρης πού είναι ο εξοπλισμός, από τη στιγμή που ο εξοπλισμός κάθε έργου παραλαμβάνεται υποχρεωτικά από επιτροπή παραλαβής στον χώρο εγκατάστασης; Τελικά, με αίτημά μου προς τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος ΗΜ&ΜΥ ζήτησα κατεπειγόντως την καταγραφή του εξοπλισμού μου, δεδομένου μάλιστα ότι ο Πρύτανης, παρανόμως απαιτούσε την παράδοσή του πριν από την επίσημη καταγραφή του. Τελικά, η καταγραφή του εξοπλισμού των ερευνητικών έργων SPICE, UMOBILE και SENSKIN (το οποίο περιελάμβανε μηδενικό εξοπλισμό μέχρι την αναστολή του) ολοκληρώθηκε επιτυχώς την Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016. Διαπιστώθηκε από την επιτροπή που όρισε η Γενική Συνέλευση ότι ο εξοπλισμός αξίας 265.000 ευρώ είναι άρτιος και εγκατεστημένος στη θέση του. Επομένως, αποδείχθηκε ότι το συμπέρασμα του κ. Μπότσαρη περί δήθεν άγνοιας ως προς την τύχη του εξοπλισμού διατυπώθηκε σκόπιμα.

Με βάση τα ανωτέρω, ακολούθως η Επιτροπή Ερευνών αποδέχτηκε την εισήγηση του προέδρου της, κ. Μπότσαρη, και, με την επίκληση όλων των ψευδών όπως αποδείχθηκε ανωτέρω διαπιστώσεων, κατέληξε στο αδιανόητο και προκατασκευασμένο συμπέρασμα ότι το εργαστήριό μου είναι ανύπαρκτο. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο τη συκοφαντική λογική υιοθέτησε το εξωφρενικό συμπέρασμα ότι, εφόσον είναι ανύπαρκτο το εργαστήριο, αυτονοήτως δεν υπάρχει ούτε ο εξοπλισμός. Τέλος, με υποδειγματική μεθοδολογικά σκέψη οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα ότι εφόσον ο εξοπλισμός δεν υφίσταται εξυπακούεται ότι τον έχω οικειοποιηθεί προσωπικά και τελικά να αποδεχεί περαιτέρω ότι το έργο SPICE δεν υλοποιήθηκε.

Ακολούθως, η Επιτροπή Ερευνών εισηγήθηκε στη Σύγκλητο την αναστολή των έργων του Πανεπιστημίου στα οποία ήμουν επιστημονικά υπεύθυνος. Η Σύγκλητος υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής Ερευνών  και την μεθοδικά εξ ολοκλήρου διαστρεβλωμένη πραγμα­τι­κότητα όχι μόνο την υιοθέτησε στο σύνολό της, αλλά αγνόησε το συνταγματικό μου δικαίωμα να ακουστεί έστω και τυπικώς η άποψή μου. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι πολλά μέλη της Συγκλήτου συμμετείχαν και στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ερευνών, εγκρίνοντας τελικά τη δική τους εισήγηση, καθιστάμενοι κριτές των δικών τους πράξεων. Με τη συμπεριφορά της αυτή, η Σύγκλητος σταμάτησε, σπίλωσε και στιγμάτισε τα διεθνή έργα του ΔΠΘ με το μεγαλύτερο επιστημονικό κύρος και διέλυσε τη μεγαλύτερη ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου μας.

Η νομιμοποίηση της προσχηματικής, μεθοδευμένης και παντελώς παράνομης ως άνω διαδικασίας ελέγχου ευρωπαϊκών έργων έδωσε τη δυνατότητα στον πρύτανη κ. Καραμπίνη να συμπεριλάβει όλα τα ανωτέρω ψευδή στοιχεία σε μηνυτήρια αναφορά προς την εισαγγελία Ξάνθης, προ­κει­μένου να ανοίξει ευκολότερα τον δρόμο για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος μου, σε μια υπόθεση όπου δεν υπήρχε ούτε παραπονούμενος ως προς την εκτέλεση του συνόλου του έργου ούτε αμφισβήτηση από τους αρμόδιους αποδέκτες του έργου έστω και για ένα ευ­ρώ.  Το μόνο που υπήρχε ήταν «αυτοχρισθέντες» και «ειδικής αποστολής  ελεγκτές». Το ανυπόστατο και παντελώς υποθετικό αυτό σενάριο της επισφάλειας των έργων, λόγω ενδεχόμενου καταλογισμού από τον ανίδεο ως τότε χρηματοδότη (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) μετατράπηκε από τον κ. Καραμπίνη σε αμφισβητούμενο ποσό δύο  εκατομμυρίων ευρώ και, άρα, εμφανίσθηκε ως σχεδόν μετά βεβαιότητας διαπραχθέν οικονομικό έγκλημα κακουργημα­τικού χαρακτήρα.

Αν, δε, λάβει κανείς υπόψη του ότι από την κατάθεση της μηνυτήριας αναφοράς (16 Ιουνίου 2016) του κ. Καραμπίνη σε βάρος μου ουδέποτε έχω κληθεί μέχρι σήμερα – δηλαδή ούτε πριν ούτε μετά από την άσκηση ποινικής δίωξης κλήθηκα να εκφέρω καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις μου, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ευκολότερο έγινε το έργο της πλήρους κατασυκοφάντησής μου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας με βάση όλα τα ανωτέρω κατασκευασμένα στοιχεία, άσκησε ποινική δίωξη για κακούργημα σε βάρος μου, δίχως προηγουμένως να με καλέσει σε απολογία και προσπερνώντας τα στάδια της προκαταρ­κτικής έρευνας και προ­ανά­κρισης.

Έτσι, με τη μεθόδευση αυτή της διοίκησης προσδόθηκε εν­τέχνως μια πλασματική βαρύτητα στα δήθεν διαπραχθέντα από εμένα ποινικά αδικήματα, η οποία δήθεν βαρύτητα δικαιολογούσε το να τεθώ προσωρινά σε καθεστώς αποχής από τα ακαδη­μαϊκά μου καθήκοντα. Από τα παραπάνω καταδεικνύεται πόσο μεθοδικά και συστη­μα­τικά κατασκευάστηκε και υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα το σχέδιο της ακαδημαϊκής μου εξόν­τωσης. Εξάλλου, πρόκειται για μια τακτική που ακολουθείται με απόλυτη συνέπεια λίγο πολύ εναντίον όποιου τολμά να διαφωνήσει με τη σημερινή πρυτανική αρχή.

Εν κατακλείδει, σε όλα τα στάδια της “διερεύνησης” οι κ.κ. Μπότσαρης και Καραμπίνης επέτυχαν να μου προσάψουν τόσο σοβαρές κατηγορίες χωρίς να έχω εκφέρει έστω και μια λέξη ως μέσο άμυνας, ώστε να παραμείνει όσο γίνεται περισσότερο σε εκκρεμότητα η σκευωρία σε βάρος μου και οι δυσμενέστατες συνέπειες που ήδη υφίσταμαι. Κατά την διάρκεια της ΕΔΕ που διενήργησε ο κ. Μπότσαρης, όπως ήδη ανέφερα, δε με κάλεσε ποτέ να καταθέσω. Η Επιτροπή Ερευνών δεν με κάλεσε, πριν λάβει αποφάσεις σε βάρος μου. Η Σύγκλητος δε με κάλεσε σε ακρόαση, παρά το ρητό αίτημα από μέρους μου και από μέρους μελών της Συγκλήτου. Τέλος, ο κ. Εισαγγελέας Ξάνθης, με τη σειρά του, δεν με κάλεσε να καταθέσω σχετικά με τις κατηγορίες που διατύπωσαν σε βάρος μου οι κκ. Καραμπίνης και Μπότσαρης.

Αξιοσημείωτη όμως είναι και η μεθόδευση της Διοίκησης σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ η δίωξη που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Ξάνθης αναφέρεται σε εξαπάτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βάση του υποθετικού εγκλή­ματος που παρουσίασε ο κ. Καραμπίνης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αποσταλεί ούτε ένα σχετικό ερώτημα από κανέναν για οιοδήποτε από τα αποδιδόμενα εγκλή­ματα: ούτε από τους “πραγματογνώμονες” και την Επιτροπή Ερευνών ούτε όμως και από τον Πρύτανη και τη Σύγκλητο, ώστε να προσκομισθούν σχετικά στοιχεία στον Εισαγγελέα. Προφανώς είναι αδύνατη η ανεύρεση και η αποστολή τέτοιων στοιχείων από τα ενωσιακά όργανα, καθόσον δεν υπάρχουν, αλλά και δεν μπορούν να κατα­σκευα­σθούν.

Αντιθέτως, τα πρώτα στοιχεία που αποστέλλονται από το Πανεπιστήμιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 31 Οκτωβρίου 2016, δηλαδή ένα σχεδόν μήνα μετά από την αναστολή των έργων μου και μία εβδομάδα μετά από την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον μου, είναι η πληροφορία για τη δίωξή μου που συνδυάζεται με ένα παντελώς άσχετο δημοσίευμα του 2013 περί σκανδάλου-μαμούθ στον χώρο πληροφορικής, που επιχειρείται τεχνηέντως να συνδεθεί με τα έργα μου, αν και ουδεμία σχέση έχει μ’ εμένα. Έτσι, αντί να ερωτηθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αν είναι βάσιμη η δήθεν ανησυχία και επισφάλεια που επινόησε η Επιτροπή Ερευνών για δήθεν απαίτηση επιστροφής της καταβληθείσας χρηματοδότησης, “ενημερώνεται” ότι μου ασκή­θηκε ποινική δίωξη, ένεκα της οποίας αποφασίσθηκε η αναστολή υλοποίησης των ευρωπαϊκών μου έργων από τη Σύγκλητο, με απόλυτη αντιστροφή της αλληλουχίας των γεγονότων και απόλυτη παραποίηση και απόκρυψη της πραγματικότητας. Δηλαδή, εξαπατούν τον Εισαγγελέα με τον ανυπόστατο και παντελώς αβάσιμο ισχυρισμό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διεκδικήσει την επιστροφή της χρηματοδότησής της, γιατί τάχα τα έργα μου δεν υλοποιήθηκαν και ταυτόχρονα εξαπατούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώνοντάς την ότι κακώς αποδέχτηκε τα έργα μου, διότι ο Εισαγγελέας μου άσκησε δίωξη για εξαπάτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, υλοποιείται μια κατάσταση που στην επιστήμη των υπολογιστών ορίζεται ως “deadlock”: η ελληνική Δικαιοσύνη περιμένει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να απαντήσει στο ερώτημα, που δεν τέθηκε όμως ποτέ: αν η ονομασία του εργαστηρίου μου αποτελεί αιτία να επιστραφεί η χρηματοδότηση της έρευνάς μας, και παράλληλα τα ευρωπαϊκά μου έργα αναστέλλονται περιμένοντας την ελληνική Δικαιοσύνη να αποφανθεί – στο μεταξύ, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει να αναστείλει τη δίωξη με ταυτόχρονη λήψη σε βάρος μου του μέτρου της αποχής από τα καθήκοντά μου έως την εκδίκαση της υπόθεσης. Για το γεγονός αυτό ενημερώνει η Διοίκηση του Πανεπιστημίου την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της συντονισμένης εκστρατείας για τη δημιουργία εντυπώσεων, που θα προκαλούσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει μια αρνητική απόφαση σε βάρος μου. Ταυτόχρονα, σε μία υπόθεση χωρίς οικονομικό αντικείμενο, με την κατασκευή και επίκληση ενός υποθετικού εγκλήματος, η Επιτροπή Ερευνών συνεχίζει να μεθοδεύει και να επιδιώκει επιμόνως την πρόκληση αρνητικών εντυπώσεων σε βάρος μου, οι οποίες όμως αφεύκτως θα έχουν αρνητικότατες εξελίξεις και συνέπειες για το ΔΠΘ απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρός της Επιτροπής Ερευνών κ. Μπότσαρης αρνείται αναιτιολόγητα να αποστείλει τον οικονομικό απολογισμό του έργου UMOBILE στους αρμόδιους ευρωπαϊκούς φορείς, παρά το γεγονός ότι όλες οι δράσεις του έργου έχουν ήδη εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Προφανής στόχος του είναι η πρόκληση καταλογισμού σε βάρος του ΔΠΘ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να δημιουργηθεί με τρόπο τεχνητό και άκρως επιζήμιο για το Πανεπιστήμιο και τη χώρα μας οικονομικό κενό, και επομένως, να δημιουργηθούν πραγματικές προϋποθέσεις δικαστικής διερεύνησης εκ των υστέρων. Προκειμένου να αποσοβηθεί η βαρύτατη οικονομική ζημία του Πανεπιστημίου έχω προειδοποιήσει την Επιτροπή Ερευνών και τη Σύγκλητο, έχω αποστείλει εξώδικο στον κ. Μπότσαρη και έχω καταθέσει μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα Ξάνθης (ΣΧΕΤΙΚΟ 9).

Απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η αριστοτεχνικά προσχεδιασμένη εξαπάτηση των ελληνικών και ευρωπαϊκών αρχών, ήταν η μυστικότητα, η αδιαφάνεια και οι παρασκηνιακές διεργασίες. Έτσι, η σημερινή διοίκηση του ΔΠΘ αφενός μεθόδευσε τη φίμωσή μου και τον μέχρι σήμερα αποκλεισμό μου από όλα τα θεσμικά όργανα του Πανεπιστημίου και της Πολιτείας και, αφετέρου ενώ έχω πρόδηλο έννομο συμφέρον αρνείται συστηματικά τη χορήγηση εγγράφων με κύριο στόχο να μη μπορώ να ασκήσω τα δικαιώματα άμυνας, προκειμένου να αποκρούσω τις κατασκευασμένες κατηγορίες. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι τρομοκρατημένοι υπάλληλοι αρνούνται να συμμορφωθούν ακόμη και σε ρητή εντολή για χορήγηση εγγράφων του ιδίου του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης (ΣΧΕΤΙΚΟ 10).

Αρνούμενος να ανεχθώ όλη αυτή την χωρίς όρια διαστρέβλωση της αλήθειας και την κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων μου, στις  30 Νοεμβρίου 2016 κατέθεσα μήνυση κατά του Πρύτανη και του αναπληρωτή πρύτανη κ. Μπότσαρη, καθώς και των τριών «πραγματογνωμόνων». Στο πλαίσιο των καταθέσεων που ακολούθησαν τη μήνυση αυτή αποκαλύφτηκε πλήρως η παραπάνω μεθόδευση με την κατάθεση όλων των κρίσιμων εγγράφων από τα οποία συνάγεται ανεπιφύλακτα ότι: 1. Το εργαστήριό μου δεν είναι ανύπαρκτο, αλλά προέκυψε από τη μετονομασία του προηγούμενου, με βάση τις αποφάσεις του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, 2. Ο εξοπλισμός μου έχει καταμετρηθεί μέχρι κεραίας, και 3. Το έργο SPICE έχει παραδοθεί και παραληφθεί αρτιότατο. Στο πλαίσιο αυτό καταθέτουν δημόσια τη διαμαρτυρία τους 19 ερευνητές που εργάστηκαν υπό την εποπτεία μου στο ερευνητικό έργο SPICE (ΣΧΕΤΙΚΟ 11), αλλά και η επιστημονική επιτροπή (steering committee) του έργου, η οποία δεν ρωτήθηκε ποτέ και για τίποτε κατά τη διάρκεια του εσωτερικού ελέγχου (ΣΧΕΤΙΚΟ 12). Ωστόσο, η αλήθεια που αποκαλύφθηκε στο πλαίσιο της μήνυσής μου κατά των κατηγόρων μου παραμένει προς το παρόν “εγκλωβισμένη εντός των τειχών της εισαγγελίας της Ξάνθης”, ενώ τα θεσμικά όργανα του Πανεπιστημίου που έχουν επίσης ενημερωθεί επισήμως και αρμοδίως για την αλήθεια, εξακολουθούν να την αποκρύ­πτουν επιμελώς, και από τον εισαγγελέα και από το πειθαρχικό Συμβούλιο. Είναι ενδεικτικό, δε, ότι όλοι οι μάρτυρες που έχω προτείνει στη μήνυσή μου και στην αντίστοιχη αγωγή που κατέθεσα  εναντίον των ανωτέρω ελέγχονται διαρκώς με ΕΔΕ και καταγγέλλονται στις εισαγγελικές αρχές για ανύπαρκτα αδικήματα από τη Διοίκηση του ΔΠΘ. Είναι, επίσης, ενδεικτικό ότι οι εισαγγελικές αρχές διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο εξαφανίστηκαν προκλητικώς κρίσιμα στοιχεία από δικογραφία που σχετίζεται με το δήθεν ανύπαρκτο εργαστήριο.  

Παρά το γεγονός πάντως ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έγινε αποδέκτης τόσο συκοφαντικών καταγγελιών της διοίκησης του ΔΠΘ σε βάρος μου, μου ανέθεσε και πάλι το σημαντικό έργο UMOBILE για το Διαδίκτυο επόμενης γενιάς και καθήκοντα συντονι­στή  της ευρωπαικης ομαδας (Πανεπιστήμια UCL, Cambridge κλπ.), μέσω του ερευνητικού κέντρου «Αθηνά». Το έργο αυτό είχε διακόψει αυθαίρετα η Διοίκηση του ΔΠΘ αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η ενέργειά της αυτή προκαλούσε σοβαρές οικονομικές ζημίες και δυσεπανόρθωτο πλήγμα στο κύρος και την αξιοπιστία του Πανεπιστημίου μας διεθνώς. Για τη σημερινή Διοίκηση του Πανεπιστημίου μας αποδεικνύεται πλέον ότι απροκάλυπτα μοναδικός στόχος της είναι να πληγούν όσοι ασκούν οποιαδήποτε κριτική στα πεπραγμένα της, χωρίς να την ενδιαφέρει ποιο μπορεί να είναι το κόστος για την εικόνα και τα συμφέροντα του Πανεπιστημίου μας. Ωστόσο, ο άνισος αγώνας μου, από το 2013 που ανέλαβα καθήκοντα εκλεγμένου μέλους στο Συμβούλιο Ιδρύματος, εναντίον της διαπλοκής στο ΔΠΘ, με απαρέγκλιτο στόχο την εξυγίανση και εύρυθμη ακαδημαϊκή λειτουργία του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, άρχισε να αποδίδει καρπούς για πρώτη φορά: ο Υπουργός Παιδείας άσκησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του Πρύτανη του ΔΠΘ, κ. Αθ. Καραμπίνη για τις αναθέσεις συμβάσεων σίτισης των φοιτητών του ΔΠΘ σε εργολάβο με τον οποίο η διοίκηση του ΔΠΘ διατηρούσε εταιρικές σχέσεις παραβιάζοντας την αρχή της αμεροληψίας.

Οι επιστολές

SPICE Steering Committee - Epistoli
epistoli